Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Πυρωμένα μάτια

Η αγωνία δέσποζε στο βλέμμα του ,καθώς έστριβε στον άθλιο επαρχιακό δρόμο με τις ετοιμόρροπες ,απαρχαιωμένες λάμπες πετρελαίου, βασανιζόμενος από τα λασπωμένα όνειρα που άφηνε πίσω . Τα αστέρια ,σα μικρές φλεγόμενες φωλιές, καρφιτσωμένες στο στερέωμα υποδηλώνοντας περίτρανα χρονικές στιγμές στα βάθη του χώρου και της λογικής, αδυνατούσαν να λαμπυρίσουν όπως τα πυρωμένα μάτια του.
  « ‘Έστω  πως τρυπάς  το τρυφερό σου δάχτυλο με το αδράχτι της δυστυχίας .Ασφυκτιάς ,μα δεν επαρκεί ώστε να πνιγείς .Ούτε να λιποθυμήσεις , η ζωή κρατά δέσμια την αντίληψή σου .Μάχεσαι πίνοντας το πνιγερό αίμα που φτύνεις ,μα στην πραγματικότητα γρατσουνάς μάταια το παγερό μάρμαρο στην ταφόπλακα της συνείδησής σου .
  Το δέρμα πάντως είναι λιγότερο πυκνό ,πιο προσφιλές ,δεκτικό στη μανία της εικόνας του ξαπλωμένου κορμιού στο μίζερο αυτό ανάκλιντρο θανάτου .Είσαι χτιστός ,ένα αρχιτεκτονικό θαύμα μιας τέλειας φωτεινής σφαίρας που σε περιβάλλει .Γιατί κατρακυλάς ,ή ρέεις στο χρόνο με την ίδια στεγανότητα που αεροστεγή βαζάκια μαρμελάδας κοπανήθηκαν ακούραστα στο πάτωμα από επίδοξους υπογλυκαιμικούς .Φυσικά εσύ δε διαθέτεις την πολυτέλεια του εδέσματος ,το υγρό σου ναυάγιο διασκεδάζει τα μελωμένα φρούτα και η γλώσσα συναντά αλάτι ,και τη μεταλλική γεύση της άωρης πληγής».
Συνέχισε να βαδίζει  ,ανέβηκε ένα φιδογυριστό μονοπάτι από ξύλινες σκάλες και βρέθηκε αίφνης μπρος στην πόρτα του ιατρείου. Η σκοτεινή σιλουέτα του εμφανίστηκε στην πόρτα ,με μόνο διακριτικό τα πάντα πυρωμένα μάτια του .Σαν χτύπος άρρυθμης καρδιάς ,με σφυγμομέτρη  τα αδρά ,νεκρώσιμα δάκτυλα ,τα πλήκτρα της γραφομηχανής  βογγούσαν υπό τη ρομποτική δεινότητα της γραμματέως ,που το απλανές βλέμμα της διαπέρασε υποατομικά το ασθενές σώμα του .
- Έχω ραντεβού με τον δρ Φ. ,είπε στεγνά.
-Αργότερα ,απάντησε εκείνη με το ύφος που θα είχε μια ξεραμένη πόα ,αν διέθετε μάτια.
Μισοφωτισμένο το δωμάτιο αναμονής, στο κέντρο ένα λαμπατέρ  αναμμένο, πάνω σε ένα εμφανώς σκονισμένο κομοδίνο .Αποτσίγαρα σε ένα υπερχειλισμένο τασάκι ,ένας ξεφτισμένος καναπές να συμπληρώνει το σκηνικό παραίτησης, μαζί με την απαραίτητη αχλή καπνού με προέλευση μια λυπημένη γυναικεία φιγούρα αντικριστά του.
Τόλμησε να την κοιτάξει, σάλεψε:  Το βλέμμα της  χαμήλωσε και  βυθίζοντας τα μάτια της στην τεθλασμένη άβυσσο των βλεφάρων της και της στοίβας πόνου ,που καρτερικότατα υπέμενε ,οι ώμοι της σπαστικά τρεμούλιασαν στην αέναη διαμάχη της με την τοποθέτηση στο εξωτερικό περιβάλλον. .Θλιμμένες εικόνες ,ματωμένα όνειρα ,πορφυρά και ξεσκισμένα ,μαχαιριές αναμνήσεων ,άλλοτε συνταρακτικές ,μα αναπόσπαστα εμμονικές ,στροβιλίζονταν στο μυαλό της ,υπό το σαδιστικό βλέμμα μιας διαρκούς υπεκφυγής της αταξίας ,μάχη μάλλον απροσπέλαστη στον κουβαριασμένο της νου. Τα μάτια της έσβησαν.

Έμεινε στο δωμάτιο άλλες δύο  ώρες ,κάπως νευρικός, καρφωμένος στο φως που σάλευε μέσα στις κόγχες του. «Θα ψαλιδίσω  τα ερέβη του δωματίου μου που στενεύει»,φώναξε και άνοιξε την πόρτα,τρέχοντας  ξανά στη θέα των φωλιασμένων άστρων.Στα πυρωμένα μάτια του επέστεφε σιγά σιγά το φως ,ένα ζωηρό γαλάζιο.  

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Βουτώντας ένα ντόνατ στο χρηματιστήριο

Το λαμπερό φως μιας λάμπας πυρακτώσεως ,παθητική και παρακμιακή ,με ενθουσιώδη ζουζούνια να περιστρέφονται σχεδόν τροχιακά ,αναδίδει κάτι από μια μοιρολατρική μάχη μάζας και ιδανικών ,συνεπαγόμενων φυσικά την τρομακτική αντίληψη μιας κακόφημης  αλήθειας .Ο -αναγόμενος σε προσωπική  επέλαση υιοθετούμενων  αφελώς ,ανούσιων προτύπων ,καταδικασμένων εκ των διαφημιστών στην επιτυχία -καταναλωτισμός, αφήνει μια γλυκόπικρη ανάσα ενός πολιτισμού ντόνατ ,βυθισμένου στη σοκολάτα μιας εταιρικής επένδυσης και στη συνέχεια στον καφέ που προϊδεάζει την αβυσσώδη και φρικώδη  κάθοδο των μετοχών της προσωπικότητας του λερωμένου, ηθικά και ουσιαστικά ,λόγω σοκολάτας ,διότι απλούστατα, εσύ ,δεν ανταποκρινόσουν στην αυτοσυγκράτησή σου και καταβρόχθιζες, σχεδόν ρουφούσες τον θερμιδογόνο ψυχοφθόρο παράγοντα που επιβλήθηκε σε μια ριπή ανέμου χαϊδεύοντας ηδονικά γυαλιστερά νομίσματα.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Σοβαρό κείμενο με λανθάνουσα νευτώνεια ειρωνεία

Υπάρχει κάτι το μοιραία τυχαίο στη ζωή, σα τις σταγόνες  ενός ποτιστικού ,που αέναα ελκόμενες από το βαρυτικό  πεδίο της Γης, εκπληρώνουν προγραφές προσεγμένες εκ των απαρχών του σύμπαντος ..Η καμπύλη διαδρομή τους ,μια λάμψη ανάλογη του ρωμαϊκού πολιτισμού ,καθώς η κάθοδός τους σηματοδοτεί τη γονιμοποίηση ενός χαμερπούς ,νέου συστήματος ,για να ανυψωθεί  αργότερα ως πεδίο ατέρμονης θλίψης νοσταλγών γερόντων σε κάποιο επαρχιακό καφέ,όπου περνώντας σε κάποια σφαίρα φύσεως μαθηματικής καταλήγεις να αντιφάσκεις με το νεαρό είναι σου που φώλιαζε –σχεδόν σατανικά- μέσα σε πάθη ,επιθυμίες και έρωτες πολιτικούς .

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Ξεβαμμένα πρόσωπα

  Τα ξεβαμμένα πρόσωπα των γυναικών κρεμασμένα  πάνω στις ξαπλώστρες φέρουν κάτι απ’τα παιδικά μου καλοκαίρια .Ο ήλιος ραπίζει το χαλαρό δέρμα ,τα ψάρια βρίσκουν λεία στις κινούμενες πατούσες ωρυόμενων παιδιών.σαν έκθεση ιδεων κάθε μελαγχολικό Σεπτέμβρη,προσαρμοσμένη στο θλιβερό πρίσμα της ενηλικίωσης
  Τις ξάστερες νύχτες ,οι ορδές ανυπόμονων κουνουπιών ,σαν εραστές παράφοροι ,άλλοτε ,ένα κλειστό παντζούρι να σηματοδοτεί την αρχή ενός άγρυπνου δίωρου ,μιας διαδικασίας αφόρητης στα άβολα κλινοσκεπάσματα .

  Μα πάντα πιστοί στο ιδανικό ότι το καλοκαίρι μόνο σαλπίζει τον ύμνο της εποχής ,που επιτέλους ,εκμεταλλεύεσαι τη δικαιοδοσία να λιώσεις άσκοπα ,κάτω από μια πυραμιδωτή κουκούλα.

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Συνοπτική δήλωση πίσω από τα κάγκελα

Οι τοίχοι γύρω μου χαρτί ,μουσκεμένο και ψυχρό,απομεινάρια της νοσογενούς αδιαφορίας του  δυνάστη μου.Τα σκόρπια ξέφτια  του θυμού ,οι λιμνώδεις  λακούβες της λύπης,οι αμυχές ,νευρωνες του μυαλού.Κάποιος αδιόρατος καμβάς που μιλά σα σκαμμένο πρόσωπο με σπινθήρες τα μάτια,να ρημάζουν κατακαίοντας τη βλέψη του παρελθόντος,σβηνόμενοι παράλογα με αλκοόλ ,ή τουλάχιστον ,ορισμένη ποσότητά του.

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2016

Άρρωστα καλοκαιρινά βλέμματα


Τα φύλλα θρόιζαν γλυκανάλατα ,ενώ το γρασίδι έκλεβε ρουφώντας άπληστα το οξυγόνο κάτω από το ασημένιο φεγγάρι ,σε βαθμό που αποζητούσε την άμεση φλογερή εξόντωσή του προς αποφυγή του προσωπικού του πνιγμού.Παρ’όλα αυτά ξάπλωνε σε ύπτια θέση ,κολυμπώντας στην υγρή μάλλινη κουβέρτα της φύσης ενδιαμέσου πλεόντων υδρατμών ,που ανύψωναν τη άρνησή του για ύπνο ,καθώς ενίσχυαν την απόλαυση της υπενθύμισης πως ακόμα και το στρωμένο με συνηθισμένη χλωρίδα χωμάτινο χωράφι τον αδικούσε με τη θέρμη του…
  Kαι άλλοτε               
Κοιτούσε με ένταση το αδιάφορο του ενός τετάρτου της κακοποιημενης στέγης που αποτελούσε τη θέα του σκοτεινού δώματος. Αποστρέφοντας το βλέμμα από κάθε ανθρώπινη παρουσία ,οι μυριάδες καρφίτσες που τρυπούσαν με τις απεχθείς τους άκρες το οριακό μυαλό του, βυθίζονταν πιο σιωπηλά και η νάρκωση των μαλακών ιστών διέγειρε απλώς τη νευρικότητά του ,μαζί ίσως και με κάποια ψήγματα δυστυχίας..

Πέμπτη, 23 Ιουνίου 2016

Νυχτερινά

Ήταν μια χαζοσεξουαλική γριά ,με πρόσωπο καλυμμένο από μια πρωτοφανή έκταση γαλάζιας σκιάς και ρυτιδιασμένα αμαρτωλά χείλια .Η πόρτα έκλεισε με ένα ιδιαίτερα άκομψο τρίξιμο και βρέθηκε καταμεσής ενός στενού διαδρόμου με διάσπαρτες στην κάθε μεριά πόρτες .Ίσως κάπου στο βάθος να ακουγόταν ένα πρελούδιο,ίσως και κάτι από τα Νυχτερινά του Σοπέν ,αλλά και πάλι δε γνώριζε ,ήταν σκοτεινά και το σύννεφο νικοτίνης ,σε συνδυασμό με τα ασθενικά ροζαλί φωτάκια ,δε βελτίωναν το σκηνικό .
  Προχώρησε ,παρ’ό,τι με αμφίβολο προορισμό ,σε ενδότερα δώματα ,αλλά ο διάδρομος την κούρασε σε βαθμό ψυχολογικής δοκιμασίας και έστριψε αριστερά ,αποφεύγοντας διακριτικά τη γούνινη ταπετσαρία της άλλης κατεύθυνσης .Ένιωσε τότε κάπως ικανοποιημένη ,και συνέχισε ,παρατηρώντας πως για οίκος ανοχής ,διατηρούσε μια όμορφη ησυχία. Τη διέκρινε ένα άμεμπτο μίσος για την ανθρωπότητα ,που πάντοτε αποδεικνυόταν κατώτερη των περιστάσεων και έκλεινε σε κάποιο παρατημένο χρονοντούλαπο της ιστορίας  τις μοναδικές εξαιρέσεις στον κανόνα της μισαλλοδοξίας της .
  Έσπασε την ακινησία του στόματος μειδιάζοντας . Προσπαθώντας να αποφύγει  τη λογική του κόσμου ,είχε έλθει στο μέρος του απόλυτου ολέθρου(κατά τους συντηρητικούς-πελάτες του)  ,όπου τα πάθη κόστιζαν λιγότερο σε χρήματα από τον έξω κόσμο και ικανοποιούνταν διακριτικά ,πίσω από τις γυμνές κραυγές των επενδυμένων τοίχων . Και όχι πως αντιμαχόταν τα νομίσματα ,αλλά το ανταλλακτικό τους παιχνίδι ήταν τετελεσμένο εξ αρχής , καθώς κανείς δεν έπαιζε δίκαια , και αυτό την  εξαγρίωνε σε βαθμό εξαχρείωσης ,δυστυχώς . 
  Το δάπεδο ήταν καλυμμένο με μια πραγματικά αποικιακή μικροβιακή μοκέτα ,μα ένιωθε την υφή της απαλή κάτω από τα πάνινα παπούτσια της , και παχιά ,ώστε να κρύβει κάθε της σίγουρο βήμα προς το προσδοκώμενο ξύλινο δάπεδο που αχνοφαινόταν στην αδιάφορη απόσταση των πενήντα περίπου μέτρων .Κάτι σχετικά με την ομιχλώδη σκηνή ενός ονείρου και τις ανούσιες λεπτομέρειες που θυμάται κανείς ύστερα από αυτό διαπέρασε τη σκέψη της ,γρήγορα όμως παρήλθε και μια θηριώδης φαντασία την κατέκλεισε . Το ένστικτο της πείνας πάντα ανικανοποίητο ,και εκείνη με την επίγευση του πενιχρού προηγούμενου γεύματος απαιτεί ,όχι την ικανοποίηση της λαιμαργίας της –και καθώς επτά θανάσιμα αμαρτήματα ελλοχεύουν σε ελάχιστα  πια αραχνιασμένες γωνίες του μυαλού της - ,αλλά τη γνώση ενός προσχεδιασμένου μαρτυρίου .
  Εκείνη όμως  περπατούσε , μονάχα σιωπηλά βάδιζε .Ποιο το πεπρωμένο όσων ακολουθούν ένα μονοπάτι ? Τουλάχιστον υπάρχουν βάσιμες ελπίδες να χαθεί η πορεία , απάντησε στη συνομιλούσα της φωνή ,με αναπτερωμένο ηθικό. Είχε  εξ άλλου αφαιρέσει τους πάνινους  διαβόλους προστάτες  των ποδιών , και αισθανόταν πλέον εμπιστοσύνη στην επαφή με την καλοδεχούμενη αυτή νέα επαφή .

 

Δευτέρα, 20 Ιουνίου 2016

Διττό εκμαγείο


 Από τη γέννηση κιόλας ο άνθρωπος αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στα πιθανοκρατικά και τα ντετερμινιστικά συστήματα .Άλλοτε αποδίδεται στην τύχη ο ρόλος του αδέκαστου κριτή ,που επιλέγοντας την τροπή των φαινομένων ,σκύβει υπομονετικά το κεφάλι απέναντι σε μοιραίους οδυρμούς ,ενώ κάποιες φορές  οι απαντήσεις απλώς  διαχέονται από το σπασμένο εκείνο ακριβό μπουκαλάκι της αλήθειας και κρύβονται πίσω από σκονισμένα ερμάρια σε κλειδαμπαρωμένες σκέψεις .Ποτέ δε λείπει βέβαια κάποια λυτρωτική βροχή ,όταν το βάρος  της αντίθεσης στο ψέμα μεταφράζεται σε πολυποίκιλες σταγόνες ,ανίκανες  παρ’όλη την αναγκαιότητά τους ,να διαπεράσουν τα κούφια κρανία αυτών των διψασμένων και στεγνών. Οι πιθανότητες τότε κυριεύουν  την καθημερινότητα και στο εκμαγείο των συναισθημάτων ,αντικρουόμενα ,φόβος ,θλίψη και δύναμη αποτυπώνουν μια στρεβλή μορφή ,την οποία πιθανώς αντικρίζω  από όποια γωνία έναντι στον  καθρέφτη και αν αναπαύσω  το  φλεγόμενο πρόσωπό μου.
Δεν υποτιμώ όμως τη νομοτέλεια ,διαπερνά το διάφανο δέρμα σα βλήμα σε απόσταση βολής ,στα χέρια δεξιοτέχνη στο ρόλο του θεριστή . Ο δρόμος της επιτυχίας πάντα κοίλος ,σα μια υπερφυσική τραμπάλα ,με τους θιασώτες της κάθε άκρης με σκυθρωπά πρόσωπα .Φυσικά η αναγνώριση θα ψαλθεί από μελωδούς και μεμιάς ,το αξιέπαινο κατόρθωμα θα ακουστεί σα τριγμός κιμωλίας σε μαυροπίνακα , απεχθές ,με την απαραίτητη θύμιση κάποιων συμπιεσμένων παιδικών χρόνων.

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Πορεία προς τον εξομολογητή



Διέσχισε σκυφτός τον ομιχλώδη διάδρομο ,υπό την αιγίδα αναξιόπιστου μικροβιακού φορτίου υγρών .Οι πάσσαλοι βούλιαζαν συγκλονιστικά στο λασπώδες έδαφος ,με τη δομή άτακτων,πολλαπλών  τριλίζων  να θυμίζει την τραγική κατάπτωση μαονένιας εταζέρας ύστερα από σεισμό (close up σε κεραυνόσχημη ρωγμή ) και μετασεισμούς.Αν δεν είχε πεισματικά ακολουθησει την ονειρική πτήση κάποιων αναιμικών πεταλούδων ,ίσως διαπερνούσε με φασματική μορφή τη δαντελένια κουρτίνα ενός νεογοτθικού δώματος ,εξομολογούμενος τη φθαρτότητα των ανθρώπων στο πρωτο επιλαχόντα ιερέα ,καυκαλωμένο μέσα στα ιερά άμφιά του.

Πέμπτη, 9 Ιουνίου 2016

Essay: Χθες και σήμερα

 
 
Φαντάζομαι τελικά κοιτάζω χλωμά πρόσωπα,κενά βλέμματα πίσω από σκονισμένα βέλα ,σκυθρωπούς άντρες με πλαστικές ανθοδέσμες ,ροδαλά μωρά σε παγωμένες αγκαλιές.Προσποιούμενοι τον παράδεισο ,το ρεζερβέ τραπέζι στο άδειο δώμα,σκύβουμε νωχελικά, δρασκελίζοντας  σκυφτοί προς κάποιο περβάζι ,στη θέα του παρελθόντος που σβήνει με μανία υπό το μελό φίλτρο των αναμνήσεών μας.Φυλλομετρώντας το ασπρόμαυρο κολλάζ του χθες ,τοποθετώντας με ευλάβεια το ντοσιέ της περασμένης μέρας στον πυργίσκο των παλαιότερων ,με σπινθηροβόλα μάτια  στη θέα της επικείμενης καταστροφής, ,ενώ το ερμάρι αντίκρυ μας έχει σχεδόν λυγίσει.

Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Το πρόβλημα του καπνού


Προσδοκώντας την εξ ουρανού βροχόπτωση ,σα λυτρωτικό πανηγύρι σαλιγκαριών ,σταύρωσε κατ’επανάληψη τα ακροδάχτυλα ,μνημονεύοντας κάποια μυστηριακή τελετή ή απλώς τον βαθύ ψυχαναγκασμό που συνόδευε τα τελευταία,όπως και τα βραδέως ερχόμενα χρόνια της σοβαρότητάς του .Στις ελάχιστες πρωινές ώρες ,όταν και τιμούσε με τα μισάνοιχτα από τη νύστα μάτια του τη χτικιάρικη ατμόσφαιρα , ο κατά ριπάς καπνός των εργοστασίων θόλωνε ,εκτός των ασβεστωμένων τοίχων ,και την παρακμάζουσα κρίση του .Το βιομηχανικό περιβάλλον έφθειρε τις αρθρώσεις του –εξ ου και οι τριγμοί τους - ,και ως μνεία στη δικαιοσύνη έρριπτε την υπαιτιότητα σε ευφάνταστους μικροοργανισμούς με γλυκανάλατα παρατσούκλια παλιών συμμαθητών –εκεί τοποθετήθηκε ευλαβικά η θύμησή τους- ή στην έλλειψη σχημάτων της γκριζωπής κουβέρτας ,τα οποία χρήζουν ανάλυσης ,όπως το άλλοτε λευκό σύννεφο –φάλαινα των παιδικών χρόνων, που με απόλαυση διέσχιζε κολυμπώντας στους αιθέρες .
Παρ’όλα αυτά τα ‘’τραγικά’’ καθημερινά συμβάντα ,συνέχιζε να έχει όψη  χρησιμοποιημένου  λευκοπλάστ.Πέρα από την ανομοιομορφία της διάθεσής του ,η εσωτερική του επιφάνεια συνειδητότητας παρέμενε μαεστρικά ελεγχόμενη ,ενώ επιδείκνυε λαμπρή διαύγεια ,με την ενοχλητική τάση να κολλά ,περιμαζεύοντας προβλήματα ,συνήθως άλυτα ,συνεπώς ανθυγιεινά .
 

Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

Ανθρώπινα μέλη

Ανθρώπινα μέλη
 
 Σώματα γραμμωμένα από την απάτη της λήθης  ,την περηφάνια  του έρωτα,την απληστία της νοηματοδοτούμενης ύπαρξης .Χέρια ,που, βυθιζόμενα στο χώμα της βάπτισής τους ,επέλεγαν ήδη στωικά από κάποιον ξεχασμένο μπουφέ την κάθε καταραμένη μέρα της ζωής τους.Πρόσωπα σε κενοτάφια σκέψης ,να χαρτογραφούν μηχανικά τοπία ρέουσας λάβας  υπό τον ήχο ρυθμικού χαλαζιού .Σοδόμησαν με την απόλαυση καιόμενης άμμου στα πόδια τους ,ανάσαναν  εριστικά  τον πνιγηρό αέρα των εκπνοών τους,τύφλωσαν τη μνήμη τους  με γέλια άλλοτε αφελή ,κάποτε βλάσφημα ,πάντοτε αφύσικα ,καθώς  έσβηναν τα χνάρια τους ,πικραμένα και βίαια ,δακρύζοντας σιωπηλά.


Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Απραξία -Πράξη I


                                                                   Απραξία-Πράξη Ι
Περπάτησα σκυφτή προς το ασθενικό φως .Η αφαιρετική δομή με τρελαίνει. Δεν αντέχω να γράφω ,να σεισμογονώ τα δάχτυλά μου στη δικαιολογία της σκέψης σου. Πες μου τι είμαι. Φοβάμαι ,πως ξυπνώντας, θα έχω μείνει η ίδια. Ίσως λίγα δάκρυα σε λέκιασαν ,δε τα συγχωρώ ,αυτά και τη φυσική τους πορεία .Μη το κοιτάς ,είναι ειδεχθές ,το να είσαι η ενέργεια ενός εγκλήματος ή το αποτέλεσμά του. Πότε οικτίρεις  την εξουσία ; Στην κλαγγή των κρουστών ή στη σιγή στην αιθέρια  πτώση των τριαντάφυλλων; Συνοψίζω τους φόβους μου στο αδύναμο βάδισμα, στον τριγμό του παρκέ, γιατί ,ατενίζοντας το σκονισμένο βελούδο των κουρτινών ,θυμάμαι το πόσο καν ανύπαρκτη η φαντασία του μεγαλείου ήταν, πως ζώντας με την προοπτική να χαμογελάσω, βύθισα το βλέμμα στο απλανές μπλε μιας χυλωμένης θλίψης .Συμπύκνωσα τη φορά του δείκτη μου στον περιοδικό ενθουσιασμό της θέας της άσπονδης απορίας στα άβολα σώματά σας. Στα κοινά μακό που κρύβουν τις πληγές μου ,τις επιμελώς συνένοχες σταγόνες που τύπτουν ,εκείνους, που αμέλησαν το χώμα στα δάχτυλά σου .