Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Απραξία -Πράξη I


                                                                   Απραξία-Πράξη Ι
Περπάτησα σκυφτή προς το ασθενικό φως .Η αφαιρετική δομή με τρελαίνει. Δεν αντέχω να γράφω ,να σεισμογονώ τα δάχτυλά μου στη δικαιολογία της σκέψης σου. Πες μου τι είμαι. Φοβάμαι ,πως ξυπνώντας, θα έχω μείνει η ίδια. Ίσως λίγα δάκρυα σε λέκιασαν ,δε τα συγχωρώ ,αυτά και τη φυσική τους πορεία .Μη το κοιτάς ,είναι ειδεχθές ,το να είσαι η ενέργεια ενός εγκλήματος ή το αποτέλεσμά του. Πότε οικτίρεις  την εξουσία ; Στην κλαγγή των κρουστών ή στη σιγή στην αιθέρια  πτώση των τριαντάφυλλων; Συνοψίζω τους φόβους μου στο αδύναμο βάδισμα, στον τριγμό του παρκέ, γιατί ,ατενίζοντας το σκονισμένο βελούδο των κουρτινών ,θυμάμαι το πόσο καν ανύπαρκτη η φαντασία του μεγαλείου ήταν, πως ζώντας με την προοπτική να χαμογελάσω, βύθισα το βλέμμα στο απλανές μπλε μιας χυλωμένης θλίψης .Συμπύκνωσα τη φορά του δείκτη μου στον περιοδικό ενθουσιασμό της θέας της άσπονδης απορίας στα άβολα σώματά σας. Στα κοινά μακό που κρύβουν τις πληγές μου ,τις επιμελώς συνένοχες σταγόνες που τύπτουν ,εκείνους, που αμέλησαν το χώμα στα δάχτυλά σου .

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου