Δευτέρα, 15 Μαΐου 2017

Wandering reflections

Showery footsteps followed the image of the young woman gazing steadily in front of the mirror. Drizzly hair dripping slowly on a wooden floor ,a rhythm emptier than eternity. A loose ,carefree white shirt embracing her body , semi-moist ,fairly unbuttoned. She seems fiery , water mixed with salty sweat , yet , those eyes ,glassy from fever reflect only the dim predawn sadness.
 It seems the years have now passed by me , yielding even themselves to the pressure of existence , glimpsing into smiles and love -surrendering nights. Defining myself through the heartbeat of my lover, drifting away from loneliness like the healthy detest illness. I used to eagerly await for a sign of intimacy ,turning into an explosive dopamine source ,frantically happy for being dependant on someone ,bewitched by that persisting impulse to feel tears of bliss on my cheeks for a lifetime.
These thoughts dissolved calmly into the misty bedroom. Behind me ,the still body of that man greeted that perspective. His hands gripping the crimson sheets in a last attempt of protection , a shameful epiphany of a monstrous woman leaning on the bed for goodbye. Through silenced lips lovely words never survive.
The reflection on the mirror slowly started to fade, hiding into the humid void. Along with it , some far away sirens started making noise.

Apparently ,I am not the woman I thought I was.

Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Προσωπικός χώρος

Και κάθομαι πάλι υπό το αμυδρό φως του δωματίου ,που πρόσφατα σα να στένεψε ,παίρνοντας μέτρα : σωστό αγκάλιασμα των ώμων ,πρακτική εφαρμογή, αρμόζουσα σοβαρότητα στη γραμμή. Κόψιμο κάσας  ανώνυμης ,ασμίλευτης στον υπεδάφιο χώρο διεκδίκησης. Στο θάνατο ακόμα ,μια ανάσα θα ηχούσε στην ξύλινη κατοικία του γείτονα. Μα δε σφυρίζουν μια τα απομεινάρια ,εξετέλεσαν το καθήκον τους ,φυσαρμόνικες ονείρων που απλώς διήλθαν ,σχέσεων που ήχησαν παράφωνα στη λήξη τους ,παγιδευμένων φόβων ,αγάπης που σιώπησε ,για να συνειδητοποιήσει πως ποτέ δεν είχε ακουστεί.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2016

Πυρωμένα μάτια

Η αγωνία δέσποζε στο βλέμμα του ,καθώς έστριβε στον άθλιο επαρχιακό δρόμο με τις ετοιμόρροπες ,απαρχαιωμένες λάμπες πετρελαίου, βασανιζόμενος από τα λασπωμένα όνειρα που άφηνε πίσω . Τα αστέρια ,σα μικρές φλεγόμενες φωλιές, καρφιτσωμένες στο στερέωμα υποδηλώνοντας περίτρανα χρονικές στιγμές στα βάθη του χώρου και της λογικής, αδυνατούσαν να λαμπυρίσουν όπως τα πυρωμένα μάτια του.
  « ‘Έστω  πως τρυπάς  το τρυφερό σου δάχτυλο με το αδράχτι της δυστυχίας .Ασφυκτιάς ,μα δεν επαρκεί ώστε να πνιγείς .Ούτε να λιποθυμήσεις , η ζωή κρατά δέσμια την αντίληψή σου .Μάχεσαι πίνοντας το πνιγερό αίμα που φτύνεις ,μα στην πραγματικότητα γρατσουνάς μάταια το παγερό μάρμαρο στην ταφόπλακα της συνείδησής σου .
  Το δέρμα πάντως είναι λιγότερο πυκνό ,πιο προσφιλές ,δεκτικό στη μανία της εικόνας του ξαπλωμένου κορμιού στο μίζερο αυτό ανάκλιντρο θανάτου .Είσαι χτιστός ,ένα αρχιτεκτονικό θαύμα μιας τέλειας φωτεινής σφαίρας που σε περιβάλλει .Γιατί κατρακυλάς ,ή ρέεις στο χρόνο με την ίδια στεγανότητα που αεροστεγή βαζάκια μαρμελάδας κοπανήθηκαν ακούραστα στο πάτωμα από επίδοξους υπογλυκαιμικούς .Φυσικά εσύ δε διαθέτεις την πολυτέλεια του εδέσματος ,το υγρό σου ναυάγιο διασκεδάζει τα μελωμένα φρούτα και η γλώσσα συναντά αλάτι ,και τη μεταλλική γεύση της άωρης πληγής».
Συνέχισε να βαδίζει  ,ανέβηκε ένα φιδογυριστό μονοπάτι από ξύλινες σκάλες και βρέθηκε αίφνης μπρος στην πόρτα του ιατρείου. Η σκοτεινή σιλουέτα του εμφανίστηκε στην πόρτα ,με μόνο διακριτικό τα πάντα πυρωμένα μάτια του .Σαν χτύπος άρρυθμης καρδιάς ,με σφυγμομέτρη  τα αδρά ,νεκρώσιμα δάκτυλα ,τα πλήκτρα της γραφομηχανής  βογγούσαν υπό τη ρομποτική δεινότητα της γραμματέως ,που το απλανές βλέμμα της διαπέρασε υποατομικά το ασθενές σώμα του .
- Έχω ραντεβού με τον δρ Φ. ,είπε στεγνά.
-Αργότερα ,απάντησε εκείνη με το ύφος που θα είχε μια ξεραμένη πόα ,αν διέθετε μάτια.
Μισοφωτισμένο το δωμάτιο αναμονής, στο κέντρο ένα λαμπατέρ  αναμμένο, πάνω σε ένα εμφανώς σκονισμένο κομοδίνο .Αποτσίγαρα σε ένα υπερχειλισμένο τασάκι ,ένας ξεφτισμένος καναπές να συμπληρώνει το σκηνικό παραίτησης, μαζί με την απαραίτητη αχλή καπνού με προέλευση μια λυπημένη γυναικεία φιγούρα αντικριστά του.
Τόλμησε να την κοιτάξει, σάλεψε:  Το βλέμμα της  χαμήλωσε και  βυθίζοντας τα μάτια της στην τεθλασμένη άβυσσο των βλεφάρων της και της στοίβας πόνου ,που καρτερικότατα υπέμενε ,οι ώμοι της σπαστικά τρεμούλιασαν στην αέναη διαμάχη της με την τοποθέτηση στο εξωτερικό περιβάλλον. .Θλιμμένες εικόνες ,ματωμένα όνειρα ,πορφυρά και ξεσκισμένα ,μαχαιριές αναμνήσεων ,άλλοτε συνταρακτικές ,μα αναπόσπαστα εμμονικές ,στροβιλίζονταν στο μυαλό της ,υπό το σαδιστικό βλέμμα μιας διαρκούς υπεκφυγής της αταξίας ,μάχη μάλλον απροσπέλαστη στον κουβαριασμένο της νου. Τα μάτια της έσβησαν.

Έμεινε στο δωμάτιο άλλες δύο  ώρες ,κάπως νευρικός, καρφωμένος στο φως που σάλευε μέσα στις κόγχες του. «Θα ψαλιδίσω  τα ερέβη του δωματίου μου που στενεύει»,φώναξε και άνοιξε την πόρτα,τρέχοντας  ξανά στη θέα των φωλιασμένων άστρων.Στα πυρωμένα μάτια του επέστεφε σιγά σιγά το φως ,ένα ζωηρό γαλάζιο.  

Δευτέρα, 17 Οκτωβρίου 2016

Βουτώντας ένα ντόνατ στο χρηματιστήριο

Το λαμπερό φως μιας λάμπας πυρακτώσεως ,παθητική και παρακμιακή ,με ενθουσιώδη ζουζούνια να περιστρέφονται σχεδόν τροχιακά ,αναδίδει κάτι από μια μοιρολατρική μάχη μάζας και ιδανικών ,συνεπαγόμενων φυσικά την τρομακτική αντίληψη μιας κακόφημης  αλήθειας .Ο -αναγόμενος σε προσωπική  επέλαση υιοθετούμενων  αφελώς ,ανούσιων προτύπων ,καταδικασμένων εκ των διαφημιστών στην επιτυχία -καταναλωτισμός, αφήνει μια γλυκόπικρη ανάσα ενός πολιτισμού ντόνατ ,βυθισμένου στη σοκολάτα μιας εταιρικής επένδυσης και στη συνέχεια στον καφέ που προϊδεάζει την αβυσσώδη και φρικώδη  κάθοδο των μετοχών της προσωπικότητας του λερωμένου, ηθικά και ουσιαστικά ,λόγω σοκολάτας ,διότι απλούστατα, εσύ ,δεν ανταποκρινόσουν στην αυτοσυγκράτησή σου και καταβρόχθιζες, σχεδόν ρουφούσες τον θερμιδογόνο ψυχοφθόρο παράγοντα που επιβλήθηκε σε μια ριπή ανέμου χαϊδεύοντας ηδονικά γυαλιστερά νομίσματα.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Σοβαρό κείμενο με λανθάνουσα νευτώνεια ειρωνεία

Υπάρχει κάτι το μοιραία τυχαίο στη ζωή, σα τις σταγόνες  ενός ποτιστικού ,που αέναα ελκόμενες από το βαρυτικό  πεδίο της Γης, εκπληρώνουν προγραφές προσεγμένες εκ των απαρχών του σύμπαντος ..Η καμπύλη διαδρομή τους ,μια λάμψη ανάλογη του ρωμαϊκού πολιτισμού ,καθώς η κάθοδός τους σηματοδοτεί τη γονιμοποίηση ενός χαμερπούς ,νέου συστήματος ,για να ανυψωθεί  αργότερα ως πεδίο ατέρμονης θλίψης νοσταλγών γερόντων σε κάποιο επαρχιακό καφέ,όπου περνώντας σε κάποια σφαίρα φύσεως μαθηματικής καταλήγεις να αντιφάσκεις με το νεαρό είναι σου που φώλιαζε –σχεδόν σατανικά- μέσα σε πάθη ,επιθυμίες και έρωτες πολιτικούς .

Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

Ξεβαμμένα πρόσωπα

  Τα ξεβαμμένα πρόσωπα των γυναικών κρεμασμένα  πάνω στις ξαπλώστρες φέρουν κάτι απ’τα παιδικά μου καλοκαίρια .Ο ήλιος ραπίζει το χαλαρό δέρμα ,τα ψάρια βρίσκουν λεία στις κινούμενες πατούσες ωρυόμενων παιδιών.σαν έκθεση ιδεων κάθε μελαγχολικό Σεπτέμβρη,προσαρμοσμένη στο θλιβερό πρίσμα της ενηλικίωσης
  Τις ξάστερες νύχτες ,οι ορδές ανυπόμονων κουνουπιών ,σαν εραστές παράφοροι ,άλλοτε ,ένα κλειστό παντζούρι να σηματοδοτεί την αρχή ενός άγρυπνου δίωρου ,μιας διαδικασίας αφόρητης στα άβολα κλινοσκεπάσματα .

  Μα πάντα πιστοί στο ιδανικό ότι το καλοκαίρι μόνο σαλπίζει τον ύμνο της εποχής ,που επιτέλους ,εκμεταλλεύεσαι τη δικαιοδοσία να λιώσεις άσκοπα ,κάτω από μια πυραμιδωτή κουκούλα.

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Συνοπτική δήλωση πίσω από τα κάγκελα

Οι τοίχοι γύρω μου χαρτί ,μουσκεμένο και ψυχρό,απομεινάρια της νοσογενούς αδιαφορίας του  δυνάστη μου.Τα σκόρπια ξέφτια  του θυμού ,οι λιμνώδεις  λακούβες της λύπης,οι αμυχές ,νευρωνες του μυαλού.Κάποιος αδιόρατος καμβάς που μιλά σα σκαμμένο πρόσωπο με σπινθήρες τα μάτια,να ρημάζουν κατακαίοντας τη βλέψη του παρελθόντος,σβηνόμενοι παράλογα με αλκοόλ ,ή τουλάχιστον ,ορισμένη ποσότητά του.